δεινολογέομαι

δεινο-λογέομαι,
A complain loudly,

ὅτι . . Hdt.1.44

;

εἰ . . Plu.Sert.6

: abs., Hdt.4.68, Eus.Mynd.59.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεινολογουμένων — δεινολογέομαι complain loudly pres part mp fem gen pl (attic epic doric) δεινολογέομαι complain loudly pres part mp masc/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεινολογεῖται — δεινολογέομαι complain loudly pres ind mp 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεινολογεόμενοι — δεινολογέομαι complain loudly pres part mp masc nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεινολογουμένου — δεινολογέομαι complain loudly pres part mp masc/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεινολογούμενος — δεινολογέομαι complain loudly pres part mp masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεινολογέεται — δεινολογέομαι complain loudly pres ind mp 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδεινολογεῖτο — δεινολογέομαι complain loudly imperf ind mp 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδεινολογέετο — δεινολογέομαι complain loudly imperf ind mp 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.